δωματοφθορέω
δωματοφθορέω
δωματο-φθορέω,
fut. -ήσω
φθορά
to ruin the house, Aesch.
{ "content": "δωματοφθορέω\n δωματο-φθορέω,\n fut. -ήσω\n φθορά\n to ruin the house, Aesch.", "key": "dwmatofqore/w" }