δυστυχέω
δυστυχέω
δυστῠχέω,
δυστυχής
to be unlucky, unhappy, unfortunate, Hdt., Attic; τινι in a thing, Eur.; περί τινος Eur.; ἔν τινι Ar.; also, πάντα δυστυχεῖν Eur.
{ "content": "δυστυχέω\n δυστῠχέω,\n δυστυχής\n to be unlucky, unhappy, unfortunate, Hdt., Attic; τινι in a thing, Eur.; περί τινος Eur.; ἔν τινι Ar.; also, πάντα δυστυχεῖν Eur.", "key": "dustuxe/w" }