δυστοκέω
δυστοκέω
δυστοκέω,
fut. -ήσω
to be in sore travail, of women:— metaph., δυστοκεῖ πόλις Ar.
from δύστοκος
{ "content": "δυστοκέω\n δυστοκέω,\n fut. -ήσω\n to be in sore travail, of women:— metaph., δυστοκεῖ πόλις Ar.\n from δύστοκος", "key": "dustoke/w" }