Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δυσοδέω
δυσοδοπαίπαλος
δύσοδος
δυσοίζω
δυσοίκητος
δύσοιμος
δύσοιστος
δύσομβρος
δυσόμιλος
δυσόμματος
δυσόρατος
δυσόργητος
δύσοργος
δύσορμος
δύσορνις
δυσόρφναιος
δυσοσμία
δύσοσμος
δυσούριστος
δυσπάθεια
δυσπαθέω
View word page
δυσόρατος
δυσόρατος δυσ-όρᾱτος, ον hard to see, Xen.
ShortDef
hard to see
Debugging
Headword:
δυσόρατος
Headword (normalized):
δυσόρατος
Headword (normalized/stripped):
δυσορατος
IDX:
9141
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n9144
Key:
duso/ratos
Data
{'content': 'δυσόρατος\n δυσ-όρᾱτος, ον\n hard to see, Xen.', 'key': 'duso/ratos'}