Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

δυσκατάστατος
δυσκαταφρόνητος
δυσκατέργαστος
δυσκέλαδος
δυσκηδής
δύσκηλος
δυσκίνητος
δυσκλεής
δύσκλεια
δυσκοινώνητος
δυσκολαίνω
δυσκολία
δυσκόλλητος
δυσκολόκαμπτος
δυσκολόκοιτος
δύσκολος
δύσκολπος
δυσκόμιστος
δυσκρασία
δύσκρατος
δύσκριτος
View word page
δυσκολαίνω
δυσκολαίνω δύσκολος to be peevish or discontented,Ar.: to shew displeasure, Xen.

ShortDef

to be peevish

Debugging

Headword:
δυσκολαίνω
Headword (normalized):
δυσκολαίνω
Headword (normalized/stripped):
δυσκολαινω
IDX:
9076
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n9079
Key:
duskolai/nw

Data

{'content': 'δυσκολαίνω\n δύσκολος\n to be peevish or discontented,Ar.: to shew displeasure, Xen.', 'key': 'duskolai/nw'}