Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δυσανάκλητος
δυσανακόμιστος
δυσανάπλοος
δυσανασχετέω
δυσανάσχετος
δυσανάτρεπτος
δυσάνεμος
δυσάντητος
δυσαντίβλεπτος
δυσαπάλλακτος
δυσάπιστος
δυσαπόδεικτος
δυσαπόκριτος
δυσαπότρεπτος
δυσάρεστος
δυσαριστοτόκεια
δύσαρκτος
δυσαρμοστία
δυσάρμοστος
δυσαυλία
δύσαυλος
View word page
δυσάπιστος
δυσάπιστος δυσ-άπιστος, ον very disobedient, Anth.
ShortDef
very disobedient
Debugging
Headword:
δυσάπιστος
Headword (normalized):
δυσάπιστος
Headword (normalized/stripped):
δυσαπιστος
IDX:
8951
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8954
Key:
dusa/pistos
Data
{'content': 'δυσάπιστος\n δυσ-άπιστος, ον\n very disobedient, Anth.', 'key': 'dusa/pistos'}