Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

δοιώ
δοκεύω
δοκέω
δόκημα
δοκή
δοκησίσοφος
δόκησις
δοκιμάζω
δοκιμασία
δοκιμαστής
δοκιμεῖον
δοκιμή
δόκιμος
δοκός
δολερός
δολιόπους
δόλιος
δολιόφρων
δολιόω
δολίχαυλος
δολιχεγχής
View word page
δοκιμεῖον
δοκιμεῖον -ου, τό δόκιμος a test, means of testing, Plat., NTest. from δοκιμή

ShortDef

a test, means of testing

Debugging

Headword:
δοκιμεῖον
Headword (normalized):
δοκιμεῖον
Headword (normalized/stripped):
δοκιμειον
IDX:
8698
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8701
Key:
dokimei=on

Data

{'content': 'δοκιμεῖον\n -ου, τό\n δόκιμος\n a test, means of testing, Plat., NTest.\n from δοκιμή', 'key': 'dokimei=on'}