Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διωλύγιος
διωμοσία
διώμοτος
διώνυμος
διωξικέλευθος
διώξιππος
δίωξις
δίω
διῶρυξ
διωρυχή
δίωσις
δίωτος
δμῆσις
δμητήρ
δμωή
δμώϊος
δμώς
δνοπαλίζω
δνοφερός
δνόφος
δοάσσατο
View word page
δίωσις
δίωσις δίωσις, εως a pushing off, delaying, Arist.
ShortDef
a pushing off, delaying
Debugging
Headword:
δίωσις
Headword (normalized):
δίωσις
Headword (normalized/stripped):
διωσις
IDX:
8669
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8672
Key:
di/wsis
Data
{'content': 'δίωσις\n δίωσις, εως\n a pushing off, delaying, Arist.', 'key': 'di/wsis'}