Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διωλένιος
διωλύγιος
διωμοσία
διώμοτος
διώνυμος
διωξικέλευθος
διώξιππος
δίωξις
δίω
διῶρυξ
διωρυχή
δίωσις
δίωτος
δμῆσις
δμητήρ
δμωή
δμώϊος
δμώς
δνοπαλίζω
δνοφερός
δνόφος
View word page
διωρυχή
διωρυχή , ἡ, διορύσσω a digging through, Dem.
ShortDef
a digging through
Debugging
Headword:
διωρυχή
Headword (normalized):
διωρυχή
Headword (normalized/stripped):
διωρυχη
Intro Text:
διωρυχή , ἡ, διορύσσω a digging through, Dem.
IDX:
8668
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8671
Key:
diwruxh/
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διωρυχή\n , ἡ, \n διορύσσω\n a digging through, Dem.", "key": "diwruxh/" }