Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διψάς
διψάω
δίψιος
δίψος
δίψυχος
διωβελία
δίωγμα
διωγμός
διώδυνος
διωθέω
διωθισμός
διωκτέος
διωκτήρ
διώκω
διωλένιος
διωλύγιος
διωμοσία
διώμοτος
διώνυμος
διωξικέλευθος
διώξιππος
View word page
διωθισμός
διωθισμός δι-ωθισμός, ὁ, a pushing about, a scuffle, Plat.
ShortDef
a pushing about, a scuffle
Debugging
Headword:
διωθισμός
Headword (normalized):
διωθισμός
Headword (normalized/stripped):
διωθισμος
Intro Text:
διωθισμός δι-ωθισμός, ὁ, a pushing about, a scuffle, Plat.
IDX:
8654
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8657
Key:
diwqismo/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διωθισμός\n δι-ωθισμός, ὁ,\n a pushing about, a scuffle, Plat.", "key": "diwqismo/s" }