Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διχόνοια
διχόνοος
διχορραγής
διχόρροπος
διχοστασία
διχοστατέω
διχοτομέω
διχότομος
διχόφρων
δίχρωμος
διχῶς
διψαλέος
δίψα
διψάς
διψάω
δίψιος
δίψος
δίψυχος
διωβελία
δίωγμα
διωγμός
View word page
διχῶς
διχῶς adverbδίχα adv. doubly, in two ways, Aesch.
ShortDef
doubly, in two ways
Debugging
Headword:
διχῶς
Headword (normalized):
διχῶς
Headword (normalized/stripped):
διχως
Intro Text:
διχῶς adverbδίχα adv. doubly, in two ways, Aesch.
IDX:
8641
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8644
Key:
dixw=s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διχῶς\nadverbδίχα\n adv. doubly, in two ways, Aesch.", "key": "dixw=s" }