διχόρροπος
διχόρροπος
διχόρροπος ον
ῥέπω
oscillating: adv. -πως, waveringly, doubtfully, Aesch.
{ "content": "διχόρροπος\n διχόρροπος ον\n ῥέπω\n oscillating: adv. -πως, waveringly, doubtfully, Aesch.", "key": "dixo/rropos" }