Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

διφάσιος
διφάω
διφήτωρ
διφθέρα
διφθερίας
διφθέρινος
δίφραξ
διφρεία
διφρευτής
διφρεύω
διφρηλατέω
διφρηλάτης
δίφριος
δίφροντις
δίφρος
διφρουλκέω
διφροφορέω
διφροφόρος
διφυής
δίφυιος
διχάζω
View word page
διφρηλατέω
διφρηλατέω fut. ήσω to drive a chariot through, τὸν οὐρανόν, of the Sun, Soph. from διφρηλάτης (ᾰ)

ShortDef

to drive a chariot through

Debugging

Headword:
διφρηλατέω
Headword (normalized):
διφρηλατέω
Headword (normalized/stripped):
διφρηλατεω
IDX:
8605
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8608
Key:
difrhlate/w

Data

{'content': 'διφρηλατέω\n fut. ήσω\n to drive a chariot through, τὸν οὐρανόν, of the Sun, Soph.\n from διφρηλάτης (ᾰ)', 'key': 'difrhlate/w'}