Διπολιώδης
Διπολιώδης
from Δῑπόλεια
Δῑπολι-ώδης, ες
εἶδος
like the Διπόλια, i. e. obsolete, out of date, Ar.
{ "content": "Διπολιώδης\n from Δῑπόλεια\n Δῑπολι-ώδης, ες\n εἶδος\n like the Διπόλια, i. e. obsolete, out of date, Ar.", "key": "*dipoliw/dhs" }