Διοσκόρειον
Διοσκόρειον
Διοσκόρειον, ου, τό,
the temple of the Dioscuri, Thuc.
from Διόσκοροι
{ "content": "Διοσκόρειον\n Διοσκόρειον, ου, τό,\n the temple of the Dioscuri, Thuc.\n from Διόσκοροι", "key": "*diosko/reion" }