διορύσσω
διορύσσω
Attic -ττω
fut. ξω
to dig through or across, τάφρον Od.; τοῖχον δ. τοιχωρυχέω, Hdt., Ar.
{ "content": "διορύσσω\n Attic -ττω\n fut. ξω\n to dig through or across, τάφρον Od.; τοῖχον δ. τοιχωρυχέω, Hdt., Ar.", "key": "dioru/ssw" }