διόρθωμα
διόρθωμα
from διορθόω
διόρθωμα, ατος, τό,
a making straight, amendment, Plut.
from διορθόω
{ "content": "διόρθωμα\n from διορθόω\n διόρθωμα, ατος, τό,\n a making straight, amendment, Plut.\n from διορθόω", "key": "dio/rqwma" }