διοιστέος
διοιστέος
δι-οιστέος, ον
verb. adj. of διαφέρω
διοίσω, fut. of διαφέρω
one must move round, Eur.
{ "content": "διοιστέος\n δι-οιστέος, ον\n verb. adj. of διαφέρω\n διοίσω, fut. of διαφέρω\n one must move round, Eur.", "key": "dioiste/os" }