Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
αἰνιγματώδης
αἰνιγμός
αἰνίζομαι
αἰνικτήριος
αἰνικτός
αἰνίσσομαι
αἰνοβίας
αἰνόγαμος
αἰνόθεν
αἰνόθρυπτος
αἰνολαμπής
αἰνόλεκτρος
αἰνολέων
αἰνόλινος
αἰνόλυκος
αἰνόμορος
αἰνοπαθής
Αἰνόπαρις
αἰνοπάτηρ
αἰνός
αἶνος
View word page
αἰνολαμπής
αἰνολαμπής λάμπω horrid-gleaming, Aesch.
ShortDef
horrid-gleaming
Debugging
Headword:
αἰνολαμπής
Headword (normalized):
αἰνολαμπής
Headword (normalized/stripped):
αινολαμπης
Intro Text:
αἰνολαμπής λάμπω horrid-gleaming, Aesch.
IDX:
847
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n847
Key:
ai)nolamph/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "αἰνολαμπής\n λάμπω\n horrid-gleaming, Aesch.", "key": "ai)nolamph/s" }