Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δικτυβόλος
Δίκτυννα
δικτυόκλωστος
δίκτυον
δικτυόομαι
δίκτυς
δικωπία
δίκωπος
διλογέω
διλογία
δίλογος
δίλογχος
δίλοφος
διμναῖος
διμοιρία
δίμοιρος
δίνευμα
δινεύω
δινήεις
δίνη
δινητός
View word page
δίλογος
δίλογος δί-λογος, ον δίς double-tongued, doubtful, NTest.
ShortDef
double-tongued, doubtful
Debugging
Headword:
δίλογος
Headword (normalized):
δίλογος
Headword (normalized/stripped):
διλογος
Intro Text:
δίλογος δί-λογος, ον δίς double-tongued, doubtful, NTest.
IDX:
8457
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8461
Key:
di/logos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "δίλογος\n δί-λογος, ον\n δίς\n double-tongued, doubtful, NTest.", "key": "di/logos" }