Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δικτυβολέω
δικτυβόλος
Δίκτυννα
δικτυόκλωστος
δίκτυον
δικτυόομαι
δίκτυς
δικωπία
δίκωπος
διλογέω
διλογία
δίλογος
δίλογχος
δίλοφος
διμναῖος
διμοιρία
δίμοιρος
δίνευμα
δινεύω
δινήεις
δίνη
View word page
διλογία
διλογία δῐλογία, ἡ, repetition, Xen. from δίλογος
ShortDef
repetition
Debugging
Headword:
διλογία
Headword (normalized):
διλογία
Headword (normalized/stripped):
διλογια
Intro Text:
διλογία δῐλογία, ἡ, repetition, Xen. from δίλογος
IDX:
8456
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8460
Key:
dilogi/a
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διλογία\n δῐλογία, ἡ,\n repetition, Xen.\n from δίλογος", "key": "dilogi/a" }