Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δικτάτωρ
δικτυβολέω
δικτυβόλος
Δίκτυννα
δικτυόκλωστος
δίκτυον
δικτυόομαι
δίκτυς
δικωπία
δίκωπος
διλογέω
διλογία
δίλογος
δίλογχος
δίλοφος
διμναῖος
διμοιρία
δίμοιρος
δίνευμα
δινεύω
δινήεις
View word page
διλογέω
διλογέω to say again, repeat, Xen.
ShortDef
to say again, repeat
Debugging
Headword:
διλογέω
Headword (normalized):
διλογέω
Headword (normalized/stripped):
διλογεω
Intro Text:
διλογέω to say again, repeat, Xen.
IDX:
8455
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8459
Key:
diloge/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διλογέω\n to say again, repeat, Xen.", "key": "diloge/w" }