δικτυόκλωστος
δικτυόκλωστος
δικτυό-κλωστος, ον
κλώθω
woven in meshes, σπεῖραι δ. the netʼs meshy coils, Soph.
{ "content": "δικτυόκλωστος\n δικτυό-κλωστος, ον\n κλώθω\n woven in meshes, σπεῖραι δ. the netʼs meshy coils, Soph.", "key": "diktuo/klwstos" }