Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δικορράφος
δικόρυμβος
δικόρυφος
δίκρανον
δικρατής
δίκροος
δίκροτος
δικτατορία
δικτάτωρ
δικτυβολέω
δικτυβόλος
Δίκτυννα
δικτυόκλωστος
δίκτυον
δικτυόομαι
δίκτυς
δικωπία
δίκωπος
διλογέω
διλογία
δίλογος
View word page
δικτυβόλος
δικτυβόλος δικτῠ-βόλος, ον βάλλω a fisherman, Anth.
ShortDef
a fisherman
Debugging
Headword:
δικτυβόλος
Headword (normalized):
δικτυβόλος
Headword (normalized/stripped):
δικτυβολος
Intro Text:
δικτυβόλος δικτῠ-βόλος, ον βάλλω a fisherman, Anth.
IDX:
8447
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8451
Key:
diktubo/los
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "δικτυβόλος\n δικτῠ-βόλος, ον\n βάλλω\n a fisherman, Anth.", "key": "diktubo/los" }