δικογραφία
δικογραφία
δῐκο-γρᾰφία, ἡ,
γράφω
the composition of lawspeeches, Isocr.
{ "content": "δικογραφία\n δῐκο-γρᾰφία, ἡ,\n γράφω\n the composition of lawspeeches, Isocr.", "key": "dikografi/a" }