δίκελλα
δίκελλα
δί-κελλα (ῐ), ης, ἡ,
δίς, κέλλω
a mattock, a two-pronged hoe, Soph., Eur.
{ "content": "δίκελλα\n δί-κελλα (ῐ), ης, ἡ,\n δίς, κέλλω\n a mattock, a two-pronged hoe, Soph., Eur.", "key": "di/kella" }