διερμηνευτής
διερμηνευτής
διερμηνευτής, οῦ,
from διερμηνεύω
an interpreter, NTest.
{ "content": "διερμηνευτής\n διερμηνευτής, οῦ,\n from διερμηνεύω\n an interpreter, NTest.", "key": "diermhneuth/s" }