Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διδασκάλιον
διδάσκαλος
διδάσκω
δίδημι
διδράσκω
δίδραχμος
διδυμάνωρ
διδυμητόκος
διδυμάων
διδυμογενής
δίδυμος
διεγγυάω
δίδωμι
διεγγύησις
διεῖδον
διειλημμένως
δίειμι
διεῖπον
διείργω
διείρομαι
διειρύω
View word page
δίδυμος
δίδυμος redupl. from δύο double, twofold, twain, Hom., Attic; διδύμη ἅλς, i. e. the Pontus and Bosporus, Soph. twin, Soph., Eur.:—as Subst., δίδυμοι twins, Il., Hdt.; also δίδυμα, τά, Hdt.
ShortDef
Didymus
double, twofold, twain
Debugging
Headword:
δίδυμος
Headword (normalized):
δίδυμος
Headword (normalized/stripped):
διδυμος
IDX:
8294
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8298
Key:
di/dumos
Data
{'content': 'δίδυμος\n redupl. from δύο\n double, twofold, twain, Hom., Attic; διδύμη ἅλς, i. e. the Pontus and Bosporus, Soph.\n twin, Soph., Eur.:—as Subst., δίδυμοι twins, Il., Hdt.; also δίδυμα, τά, Hdt.', 'key': 'di/dumos'}