Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

διαφωτίζω
διαχάζομαι
διαχαλάω
διαχάσκω
διαχειμάζω
διαχειρίζω
διαχείρισις
διαχειροτονέω
διαχειροτονία
διαχέω
διαχλευάζω
διαχόω
διαχράομαι
διάχρυσος
διάχυσις
διαχωρέω
διαχωρίζω
διαχώρισμα
διαψαίρω
διαψεύδω
διαψηφίζω
View word page
διαχλευάζω
διαχλευάζω strengthd. for χλευάζω Dem.

ShortDef

joke, jeer, deceive

Debugging

Headword:
διαχλευάζω
Headword (normalized):
διαχλευάζω
Headword (normalized/stripped):
διαχλευαζω
IDX:
8254
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8258
Key:
diaxleua/zw

Data

{'content': 'διαχλευάζω\n strengthd. for χλευάζω Dem.', 'key': 'diaxleua/zw'}