Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

διαφαίνω
διαφάνεια
διαφανής
διαφαύσκω
διαφερόντως
διαφέρω
διαφεύγω
διάφευξις
διαφημίζω
διαφθείρω
διαφθορά
διαφθορεύς
διαφίημι
διαφιλονεικέω
διαφιλοτιμέομαι
διαφλέγω
διαφοιβάζω
διαφοιτάω
διαφορά
διαφορέω
διαφόρησις
View word page
διαφθορά
διαφθορά from διαφθείρω α ας ἡ destruction, ruin, blight, death. Hdt., Attic in moral sense, corruption, τῶν νέων Xen. in pass. sense, ἰχθύσιν διαφθ. a prey for fishes, Soph.; πολεμίοις δ. Eur.

ShortDef

destruction, ruin, blight, death

Debugging

Headword:
διαφθορά
Headword (normalized):
διαφθορά
Headword (normalized/stripped):
διαφθορα
IDX:
8217
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8221
Key:
diafqora/

Data

{'content': 'διαφθορά\n from διαφθείρω\n α ας ἡ\n \n destruction, ruin, blight, death. Hdt., Attic\n in moral sense, corruption, τῶν νέων Xen.\n in pass. sense, ἰχθύσιν διαφθ. a prey for fishes, Soph.; πολεμίοις δ. Eur.', 'key': 'diafqora/'}