Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διατροφή
διατροχάζω
διατρύγιος
διατρώγω
διατυπόω
διατύπωσις
διαυγάζω
διαυγής
διαυλοδρόμης
δίαυλος
διαφαγεῖν
διαφαίνω
διαφάνεια
διαφανής
διαφαύσκω
διαφερόντως
διαφέρω
διαφεύγω
διάφευξις
διαφημίζω
διαφθείρω
View word page
διαφαγεῖν
διαφαγεῖν aor2 inf. of διεσθίω to eat through, Hdt.
ShortDef
to eat through
Debugging
Headword:
διαφαγεῖν
Headword (normalized):
διαφαγεῖν
Headword (normalized/stripped):
διαφαγειν
IDX:
8206
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8210
Key:
diafagei=n
Data
{'content': 'διαφαγεῖν\n aor2 inf. of διεσθίω\n to eat through, Hdt.', 'key': 'diafagei=n'}