Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διαστασιάζω
διάστασις
διαστατικός
διασταυρόω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστενος
διάστερος
διάστημα
διαστηρίζω
διαστίλβω
διαστοιβάζω
διαστοιχίζομαι
διαστολή
διαστρατηγέω
διαστρεβλόω
διαστρέφω
διαστροφή
διάστροφος
διασύρω
διασφαιρίζω
View word page
διαστίλβω
διαστίλβω fut. ψω to gleam through, Ar., Anth.
ShortDef
to gleam through
Debugging
Headword:
διαστίλβω
Headword (normalized):
διαστίλβω
Headword (normalized/stripped):
διαστιλβω
Intro Text:
διαστίλβω fut. ψω to gleam through, Ar., Anth.
IDX:
8139
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8143
Key:
diasti/lbw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διαστίλβω\n fut. ψω\n to gleam through, Ar., Anth.", "key": "diasti/lbw" }