Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διασπείρω
διασπορά
διασπουδάζω
διασταθμάομαι
διαστασιάζω
διάστασις
διαστατικός
διασταυρόω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστενος
διάστερος
διάστημα
διαστηρίζω
διαστίλβω
διαστοιβάζω
διαστοιχίζομαι
διαστολή
διαστρατηγέω
διαστρεβλόω
διαστρέφω
View word page
διάστενος
διάστενος διάστενος, ον very narrow, Galen.
ShortDef
very narrow
Debugging
Headword:
διάστενος
Headword (normalized):
διάστενος
Headword (normalized/stripped):
διαστενος
Intro Text:
διάστενος διάστενος, ον very narrow, Galen.
IDX:
8135
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8139
Key:
dia/stenos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διάστενος\n διάστενος, ον\n very narrow, Galen.", "key": "dia/stenos" }