διαστατικός
διαστατικός
διαστᾰτικός, ή, όν
διίστημι
separative, causing discord, Plut.
{ "content": "διαστατικός\n διαστᾰτικός, ή, όν\n διίστημι\n separative, causing discord, Plut.", "key": "diastatiko/s" }