διασπορά
διασπορά
διασπορά, ἡ,
from διασπιέρω
dispersion; collectively, = οἱ διεσπαρμένοι, NTest.
{ "content": "διασπορά\n διασπορά, ἡ,\n from διασπιέρω\n dispersion; collectively, = οἱ διεσπαρμένοι, NTest.", "key": "diaspora/" }