Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διασκοπιάομαι
διασκορπίζω
διασκώπτω
διασμάω
διασμήχω
διασμιλεύω
διασοφίζομαι
διασπαθάω
διασπαρακτός
διασπαράσσω
διάσπασμα
διασπάω
διασπείρω
διασπορά
διασπουδάζω
διασταθμάομαι
διαστασιάζω
διάστασις
διαστατικός
διασταυρόω
διαστείχω
View word page
διάσπασμα
διάσπασμα διάσπασμα, ατος, τό, from διασπάω a gap, Plut.
ShortDef
a gap
Debugging
Headword:
διάσπασμα
Headword (normalized):
διάσπασμα
Headword (normalized/stripped):
διασπασμα
Intro Text:
διάσπασμα διάσπασμα, ατος, τό, from διασπάω a gap, Plut.
IDX:
8123
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n8127
Key:
dia/spasma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διάσπασμα\n διάσπασμα, ατος, τό,\n from διασπάω\n a gap, Plut.", "key": "dia/spasma" }