διάσημος
διάσημος
διά-σημος, ον
σῆμα
clear, distinct: neut. pl. as adv., διάσημα θρηνεῖ Soph.
conspicuous, Plut.
{ "content": "διάσημος\n διά-σημος, ον\n σῆμα\n clear, distinct: neut. pl. as adv., διάσημα θρηνεῖ Soph.\n conspicuous, Plut.", "key": "dia/shmos" }