διαρκής
διαρκής
διαρκής, ές
from διαρκέω
quite sufficient, Thuc.
lasting, Dem.:—adv. -κῶς, Sup. διαρκέστατα in complete competence, Xen.
{ "content": "διαρκής\n διαρκής, ές\n from διαρκέω\n quite sufficient, Thuc.\n lasting, Dem.:—adv. -κῶς, Sup. διαρκέστατα in complete competence, Xen.", "key": "diarkh/s" }