αἱματόρρυτος
αἱματόρρυτος
ῥέω
blood-streaming, αἱμ. ῥανίδες a shower of blood, Eur.
{ "content": "αἱματόρρυτος\n ῥέω\n blood-streaming, αἱμ. ῥανίδες a shower of blood, Eur.", "key": "ai(mato/rrutos" }