διαπορθέω
διαπορθέω
fut. ήσω, διαπέρθω
Il., Thuc.:—Pass. to be utterly ruined, Trag.
{ "content": "διαπορθέω\n fut. ήσω, διαπέρθω\n Il., Thuc.:—Pass. to be utterly ruined, Trag.", "key": "diaporqe/w" }