Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διανομεύς
διανομή
διανταῖος
διαντλέω
διανυκτερεύω
διανύω
διαξιφίζομαι
διαπαιδαγωγέω
διαπαιδεύομαι
διαπαλαίω
διαπάλη
διαπάλλω
διαπαλύνω
διαπαντός
διαπαπταίνω
διαπαρατριβή
διαπαρθενεύω
διαπασσαλεύω
διαπάσσω
διαπαύω
διαπειλέω
View word page
διαπάλη
διαπάλη δια-πάλη (πᾰ), ἡ, a hard struggle, Plut.
ShortDef
a hard struggle
Debugging
Headword:
διαπάλη
Headword (normalized):
διαπάλη
Headword (normalized/stripped):
διαπαλη
IDX:
7978
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7982
Key:
diapa/lh
Data
{'content': 'διαπάλη\n δια-πάλη (πᾰ), ἡ,\n a hard struggle, Plut.', 'key': 'diapa/lh'}