Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διακωλυτέος
διακωλυτής
διακωλύω
διακωμῳδέω
διακωχή
διαλαγχάνω
διαλακέω
διαλακτίζω
διαλαλέω
διαλαμβάνω
διαλάμπω
διαλανθάνω
διαλγής
διαλέγω
διάλειμμα
διαλείπω
διαλείχω
διαλεκτέος
διαλεκτικός
διάλεκτος
διάλεξις
View word page
διαλάμπω
διαλάμπω fut. ψω to shine through, to dawn, Ar.
ShortDef
to shine through, to dawn
Debugging
Headword:
διαλάμπω
Headword (normalized):
διαλάμπω
Headword (normalized/stripped):
διαλαμπω
IDX:
7871
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7875
Key:
diala/mpw
Data
{'content': 'διαλάμπω\n fut. ψω\n to shine through, to dawn, Ar.', 'key': 'diala/mpw'}