διαγκυλίζομαι
διαγκυλίζομαι
δι-αγκυλόομαι
δι-αγκυλωμένος
ἀγκύλη
Dep. to hold a javelin by the thongPass., perf. part. pass. διηγκυλισμένος, of a man, ready to shoot, Xen.:—so (from δι-αγκυλόομαι) , διηγκυλωμένος Xen.
Headword (normalized):
διαγκυλίζομαι
Headword (normalized/stripped):
διαγκυλιζομαι
Intro Text:
διαγκυλίζομαι
δι-αγκυλόομαι
δι-αγκυλωμένος
ἀγκύλη
Dep. to hold a javelin by the thongPass., perf. part. pass. διηγκυλισμένος, of a man, ready to shoot, Xen.:—so (from δι-αγκυλόομαι) , διηγκυλωμένος Xen.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7693
No citations.
{
"content": "διαγκυλίζομαι\n δι-αγκυλόομαι\n δι-αγκυλωμένος\n ἀγκύλη\n Dep. to hold a javelin by the thongPass., perf. part. pass. διηγκυλισμένος, of a man, ready to shoot, Xen.:—so (from δι-αγκυλόομαι) , διηγκυλωμένος Xen.",
"key": "diagkuli/zomai"
}