Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
διαβουλεύω
διαβούλιον
διαβρέχω
διάβροχος
διαβυνέω
διαγαληνίζω
διαγανακτέω
διαγανάκτησις
διαγγέλλω
διάγγελος
διαγελάω
διαγίγνομαι
διαγιγνώσκω
διαγκυλίζομαι
διαγλάφω
διάγλυπτος
διαγλύφω
διαγνώμη
διαγνωρίζω
διάγνωσις
διαγνωστέος
View word page
διαγελάω
διαγελάω fut. άσομαι to laugh at, τινα Eur., Xen.
ShortDef
to laugh at
Debugging
Headword:
διαγελάω
Headword (normalized):
διαγελάω
Headword (normalized/stripped):
διαγελαω
Intro Text:
διαγελάω fut. άσομαι to laugh at, τινα Eur., Xen.
IDX:
7686
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7690
Key:
diagela/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "διαγελάω\n fut. άσομαι\n to laugh at, τινα Eur., Xen.", "key": "diagela/w" }