Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

δηγμός
δηθά
δῆθεν
δηθύνω
δηϊάλωτος
Δηιάνειρα
δηϊοτής
δηϊόω
δηκτήριος
δήκτης
δηκτικός
δηλαδή
δηλέομαι
δήλημα
δηλήμων
δήλησις
δηλητήρ
Δηλιάς
Δήλιος
Δηλογενής
δηλονότι
View word page
δηκτικός
δηκτικός δάκνω able to bite, biting, stinging, Luc.

ShortDef

able to bite, biting, stinging

Debugging

Headword:
δηκτικός
Headword (normalized):
δηκτικός
Headword (normalized/stripped):
δηκτικος
IDX:
7551
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7555
Key:
dhktiko/s

Data

{'content': 'δηκτικός\n δάκνω\n able to bite, biting, stinging, Luc.', 'key': 'dhktiko/s'}