Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δέρος
δέρρις
δέρτρον
δέρω
δέσμα
δεσμεύω
δέσμιον
δέσμιος
δεσμός
δεσμοφύλαξ
δέσμωμα
δεσμωτήριον
δεσμώτης
δεσπόζω
δέσποινα
δεσπόσυνος
δεσποτεία
δεσποτέω
δεσπότης
δεσποτικός
δεσποτίσκος
View word page
δέσμωμα
δέσμωμα from δεσμόω a bond, fetter, Aesch.
ShortDef
a bond, fetter
Debugging
Headword:
δέσμωμα
Headword (normalized):
δέσμωμα
Headword (normalized/stripped):
δεσμωμα
Intro Text:
δέσμωμα from δεσμόω a bond, fetter, Aesch.
IDX:
7508
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7512
Key:
de/smwma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "δέσμωμα\n from δεσμόω\n a bond, fetter, Aesch.", "key": "de/smwma" }