δενδροτομέω
δενδροτομέω
= δενδροκοπέω
to lay waste a country, Thuc.: metaph., δ. τὰ νῶτα Ar.
{ "content": "δενδροτομέω\n = δενδροκοπέω\n to lay waste a country, Thuc.: metaph., δ. τὰ νῶτα Ar.", "key": "dendrotome/w" }