δεκακυμία
δεκακυμία
κῦμα
the tenth, i.e. overwhelming, wave, Lat. fluctus decumanus, Luc.: cf. τρικυμία.
{ "content": "δεκακυμία\n κῦμα\n the tenth, i.e. overwhelming, wave, Lat. fluctus decumanus, Luc.: cf. τρικυμία.", "key": "dekakumi/a" }