δειλία
δειλία
δειλός
cowardice, Hdt., Soph.; δειλίην ὀφλεῖν to be charged with cowardice, Hdt.
{ "content": "δειλία\n δειλός\n cowardice, Hdt., Soph.; δειλίην ὀφλεῖν to be charged with cowardice, Hdt.", "key": "deili/a" }