Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δασπλῆτις
δασύθριξ
δασύκερκος
δασύκνημος
δασύμαλλος
δασύπους
δασύς
δασύστερνος
δασυχαίτης
δατέομαι
δατήριος
δατητής
Δαυλία
Δαυλιάς
Δαύλιος
Δαυλίς
δάφνη
δαφνηφορέω
δαφνηφόρος
δαφνιακός
δαφνογηθής
View word page
δατήριος
δατήριος δατέομαι dividing, distributing, Aesch.
ShortDef
dividing, distributing
Debugging
Headword:
δατήριος
Headword (normalized):
δατήριος
Headword (normalized/stripped):
δατηριος
Intro Text:
δατήριος δατέομαι dividing, distributing, Aesch.
IDX:
7300
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7304
Key:
dath/rios
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "δατήριος\n δατέομαι\n dividing, distributing, Aesch.", "key": "dath/rios" }